Γλαύκωμα

Το γλαύκωμα αποτελεί σχετικά συχνή οφθαλμολογική πάθηση και μια από τις κυριότερες αιτίες τύφλωσης παγκοσμίως. Λέμε ότι ένας ασθενής πάσχει από γλαύκωμα όταν, εκτός από την αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, γεγονός που ωστόσο δεν είναι απόλυτο, παρουσιάζει εκπτώσεις στο οπτικό του πεδίο και κοίλανση στη θηλή του οπτικού του νεύρου.

Παράγοντες που αυξάνουν το ενδεχόμενο εμφάνισης γλαυκώματος είναι η μεγάλη ηλικία, το οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος, ο διαβήτης, η υπέρταση, η μυωπία, η επί μακρόν χορήγηση στεροειδών φαρμάκων, τραύματα οφθαλμικά κ.ά.

Υπάρχουν πολλά είδη γλαυκώματος, άλλα με συμπτώματα έντονα, άλλα με ελάχιστα έως καθόλου, εκείνο όμως που αποτελεί το συντριπτικά συχνότερο είναι το χρόνιο απλό γλαύκωμα που έχει και τα περισσότερα θύματα γιατί χαρακτηρίζεται από απόλυτη απουσία συμπτωμάτων. Έτσι, λοιπόν, η ασθένεια από μόνη της δεν οδηγεί τον άρρωστο στο γιατρό ή ακόμη κι αν αυτός τελικά πάει για άλλους λόγους (αλλαγή γυαλιών, ερεθισμούς κ.ά.), δεν λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψη του τις συμβουλές τού γιατρού του μια και ο ίδιος δεν αισθάνεται καμιά ενόχληση.

Oι κίνδυνοι από το χρόνιο απλό γλαύκωμα δεν οφείλονται τόσο στη νόσο αυτή καθ’ εαυτή, μια και τα φάρμακα μαζί με τις άλλες μεθόδους που έχουμε στη διάθεσή μας (Laser ή εγχειρήσεις), μπορούν, κατά κανόνα, να εξασφαλίσουν απρόσκοπτη όραση στον ασθενή μέχρι το φυσικό του τέλος, όσο στο ότι, αφ’ ενός μπορεί η διάγνωση να ξεφύγει από τον γιατρό και αφ’ ετέρου, η απουσία συμπτωμάτων να οδηγήσει τον ασθενή στο να μη θεωρήσει σοβαρή την κατάστασή του και έτσι είτε να μην εφαρμόζει σωστά τη θεραπευτική του αγωγή είτε πάλι να μην παρακολουθείται τακτικά και με συνέπεια.

glafkoma

Να έχουμε κατά νου ότι, ακόμη και σε περιπτώσεις που, σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, μετρούμε φυσιολογική πίεση στον ασθενή μας, εφ’ όσον βυθοσκοπώντας διαπιστώνουμε κοίλανση οπτικού νεύρου, οφείλουμε να συστήνουμε επί πλέον παρακλινικές εξετάσεις όπως τοπογραφία θηλών οπτικών νεύρων, έλεγχο πάχους στιβάδας οπτικών ινών, έλεγχο οπτικών πεδίων, στερεοφωτογράφιση θηλών οπτικών νεύρων και, εφ’ όσον υπάρχουν αλλοιώσεις, να ξεκινούμε αντιγλαυκωματική αγωγή ανεξάρτητα από την απουσία πίεσης.

Είναι καλό επίσης να γνωρίζουμε πως αυξημένη (πάνω από το στατιστικώς αποδεκτό όριο) ενδοφθάλμια πίεση δεν υποδηλώνει κατ’ ανάγκη την παρουσία γλαυκώματος. Σε κάθε ασθενή λοιπόν θα πρέπει να προσέχουμε, εκτός από την ενδοφθάλμια πίεση, και άλλα συνοδά σημεία. Εφ’ όσον αυτά, μαζί με τους παρακλινικούς ελέγχους, τεκμηριώσουν την υπόνοιά μας και τελικά μπει η διάγνωση “γλαύκωμα” τότε θα πρέπει, αφού με σαφήνεια εξηγήσουμε στον ασθενή το πρόβλημά του και το οπτικό του μέλλον, να του συστήσουμε την έναρξη αντιγλαυκωματικής αγωγής και να φροντίσουμε ώστε να αναπτυχθεί μια σχέση εμπιστοσύνης τέτοια που να εγγυάται από τη μεριά του τη συχνή παρακολούθηση και την σωστή τήρηση των θεραπευτικών κανόνων.

glaykoma_

Oι ασθενείς μας θα πρέπει να μάθουν πως το γλαύκωμα αντιμετωπίζεται αλλά δεν θεραπεύεται, πως η θεραπεία είναι για όλη τους τη ζωή και πως οι τακτικές επισκέψεις στον οφθαλμίατρό τους έχουν σκοπό, εκτός από την παρακολούθηση της ενδοφθάλμιας πίεσης σε διαφορετικές ώρες του 24ώρου, και τον συχνό παρακλινικό έλεγχο με τα διάφορα διαγνωστικά μηχανήματα, έτσι ώστε να διαπιστώνεται αντικειμενικά η πορεία της νόσου και, συνεπώς, η επάρκεια ή μη της θεραπευτικής αγωγής.

Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνούμε είναι ότι στο γλαύκωμα, δεν είναι η αρρώστια αυτή που τελικά τυφλώνει, αλλά η άγνοια και η αδιαφορία.

FacebookTwitterGoogle+Share